κρισιμότητα


κρισιμότητα
[крисимотита] ουσ. Θ. критическое положение,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κρισιμότητα" в других словарях:

  • κρισιμότητα — η 1. το να βρίσκεται κάποιος ή το να είναι κάτι σε κρίσιμη κατάσταση («η κρισιμότητα τής σχέσης τους έχει γίνει απ όλους αντιληπτή») 2. η σοβαρότητα ενός πράγματος ή ενός γεγονότος («η κρισιμότητα τών προσεχών εκλογών είναι αναμφισβήτητη»).… …   Dictionary of Greek

  • κρισιμότητα — η το να είναι κάτι σε κρίσιμο σημείο, σοβαρότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βαρύτητα — Η δύναμη έλξης που ασκείται από το γήινο δυναμικό πεδίο. (Φυσ.) Β. ονομάζεται η ιδιότητα όλων των υλικών σωμάτων να έλκονται από τη Γη. Η έλλειψη β. στο εσωτερικό των τεχνητών δορυφόρων εμφανίζεται γιατί ο δορυφόρος μπορεί να θεωρηθεί ως σώμα που …   Dictionary of Greek

  • δεινότητα — η (AM δεινότης) [δεινός] 1. η ιδιότητα τού δεινού, επικίνδυνη κατάσταση, κρισιμότητα («η δεινότητα τών περιστάσεων», «τὰς ἐν τῷ βίῳ περιστάσεις τὰς ἐχούσας δεινότητας») 2. φυσική ικανότητα, εξαιρετική δεξιότητα (ευφυΐα ή πανουργία) (α. «η… …   Dictionary of Greek

  • οξυντικός — ή, ό [οξύνω] 1. ο ικανός να οξύνει, να κάνει κάτι αιχμηρό 2. αυτός που μετατρέπει κάτι σε οξύ 3. αυτός που εκκρίνει οξύ 4. μτφ. α) αυτός που δημιουργεί οξύτητα, που επιτείνει την κρισιμότητα των καταστάσεων β) αυτός που οξύνει το μυαλό. επίρρ...… …   Dictionary of Greek

  • σοβαρότητα — η / σοβαρότης, ητος, ΝΜΑ [σοβαρός] νεοελλ. 1. αξιοπρέπεια, σπουδαιότητα 2. εμβρίθεια, βαθύτητα 3. κρισιμότητα μσν. αρχ. αλαζονεία, αγέρωχο ύφος …   Dictionary of Greek

  • Ανδρούτσος, Οδυσσέας — (Ιθάκη 1790 – Αθήνα 1825). Αγωνιστής του 1821. Ήταν επτά ετών όταν θανατώθηκε o πατέρας του, ο γνωστός αρματολός Ανδρέας Βερούσης, που ήταν γνωστός με το προσωνύμιο Ανδρούτσος (βλ. λ.). Πολύ νωρίς κατατάχθηκε στο ναυτικό, ώσπου τον συνάντησε ο… …   Dictionary of Greek

  • Ελλαδα - Μυθολογία — ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ Το μυθολογικό υλικό είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας των αρχαίων κοινωνιών να ερμηνεύσουν τον κόσμο, τη ζωή και τις σχέσεις των ανθρώπων. Οι ελληνικοί μύθοι αποτελούν μια κοινωνική, συλλογική προσπάθεια κατανόησης και… …   Dictionary of Greek

  • Σρι Λάνκα — Νησί της Νότιας Ασίας στα Ν της Ινδίας.H Σρι Λάνκα διαιρείται σε 25 επαρχίες: Kολόμπο, Kαμπάχα, Kαρουνγκέλα, Kάντι, Γκάλε, Kαλουτάρα, Pατναπούρα, Tζάφνα, Mατάρα, Kιγκαλί, Aνουρανταπούρα, Mπα(ν)τούλα, Πουτάλαμ, Nουβάρα Eλίγια, Xαμπαντότα, Aμπαράι …   Dictionary of Greek